Είμαι στο Bay μου. Μάχουμαι να κάμω ενδοφλέβια αντιβιοτικά ενός που τους αρρώστους μου και ακούω τον να μου φωνάζει που απέναντι. Η φωνή του ίσhια που ακούεται. Αν δεν ήταν ησυχία στον θάλαμο εν νομίζω ότι εν να τον άκουα. Γυρίζω βλέπω τον. Αγωνίζετουν να σηκώσει το χέρι του. Κάμνω τα αντιβιοτικά και πάω κόντα του. "What's the matter?"
Αρκεί να μου απαντήσει. Προσπαθεί να ανοίξει τα μάθκια του, γυρίζει μετά βίας να με δει. Θωρεί με λίο, και πιάνει το σhιέρι μου. Σφίγγει το με ούλλη του την δύναμη, όσην του έμεινε. Λέει το όνομα μου 3 φορές. "Εν μπορώ άλλο" λέει μου ψυθιριστά. "Εν μπορώ...Θέλω να φύω". "Θέλεις να πάεις σπίτι σου έννε; Έχει τόσες μέρες που είσαι δαμέ, εν σε αδικώ". Έμεινε και έβλεπε με. "Θέλω να πεθάνω"...
Έμεινα και έβλεπα τον εγώ. Εκάρφωσεν το βλέμμα του πάνω μου και έβλεπεν με μέσα στα μάθκια. Τα μάθκια του ήταν γεμάτα. Άρκεψε να μου μιλά σιγά σιγά. "Είμαι 92 χρονών...Είδα τα ούλλα, έκαμα ότι έθελα, έζησα όπως έθελα...τι έμεινε τωρά; Είμαι ένας γέρος, μέσα σε τούτο το κρεββάτι, τίποτε άλλο εν έμεινε για εμένα. Θέλω να πάω να έβρω τους άλλους, έμεινα μόνος μου δαμέ. Τι ζωή έχω να ζήσω ακόμα...Έκαμα τα ούλλα, έζησα μια καλή ζωή, έζησα μιαν πολλά καλή ζωή..."
Έβαλεν τα κλάματα. Μαζί του και εγώ. Unprofessional, ξέρω, αλλά χέστηκα. Έσφιξα του το σhιέρι του. Εν απάντησα. Απλά εκράτουν του το σhιέρι του για καμπόση ώρα, ώς που και εφωνάξαν μου να πάω για τηλέφωνο.
Πόσοι που εμάς άραγε εν να φτάσουν σε έτσι ηλικία και να μπορούν να πουν ότι "εζήσαν μια καλή ζωή"; Γιατί ποττέ μας εν είμαστε ευχαριστημένοι; Γιατί ρε γαμώτο, γιατί; Νιώθω αχάριστη, ότι εν εκτιμώ την ζωή που μου εχαρίσαν, ότι εν απολαμβάνω αρκετά τζίνα που έχω. Είμαι μια γαούρα. Που θα αρκέψει να προσπαθά να ζει όσο πιο πολλά μπορεί.
Αρκεί να μου απαντήσει. Προσπαθεί να ανοίξει τα μάθκια του, γυρίζει μετά βίας να με δει. Θωρεί με λίο, και πιάνει το σhιέρι μου. Σφίγγει το με ούλλη του την δύναμη, όσην του έμεινε. Λέει το όνομα μου 3 φορές. "Εν μπορώ άλλο" λέει μου ψυθιριστά. "Εν μπορώ...Θέλω να φύω". "Θέλεις να πάεις σπίτι σου έννε; Έχει τόσες μέρες που είσαι δαμέ, εν σε αδικώ". Έμεινε και έβλεπε με. "Θέλω να πεθάνω"...
Έμεινα και έβλεπα τον εγώ. Εκάρφωσεν το βλέμμα του πάνω μου και έβλεπεν με μέσα στα μάθκια. Τα μάθκια του ήταν γεμάτα. Άρκεψε να μου μιλά σιγά σιγά. "Είμαι 92 χρονών...Είδα τα ούλλα, έκαμα ότι έθελα, έζησα όπως έθελα...τι έμεινε τωρά; Είμαι ένας γέρος, μέσα σε τούτο το κρεββάτι, τίποτε άλλο εν έμεινε για εμένα. Θέλω να πάω να έβρω τους άλλους, έμεινα μόνος μου δαμέ. Τι ζωή έχω να ζήσω ακόμα...Έκαμα τα ούλλα, έζησα μια καλή ζωή, έζησα μιαν πολλά καλή ζωή..."
Έβαλεν τα κλάματα. Μαζί του και εγώ. Unprofessional, ξέρω, αλλά χέστηκα. Έσφιξα του το σhιέρι του. Εν απάντησα. Απλά εκράτουν του το σhιέρι του για καμπόση ώρα, ώς που και εφωνάξαν μου να πάω για τηλέφωνο.
Πόσοι που εμάς άραγε εν να φτάσουν σε έτσι ηλικία και να μπορούν να πουν ότι "εζήσαν μια καλή ζωή"; Γιατί ποττέ μας εν είμαστε ευχαριστημένοι; Γιατί ρε γαμώτο, γιατί; Νιώθω αχάριστη, ότι εν εκτιμώ την ζωή που μου εχαρίσαν, ότι εν απολαμβάνω αρκετά τζίνα που έχω. Είμαι μια γαούρα. Που θα αρκέψει να προσπαθά να ζει όσο πιο πολλά μπορεί.
